Απριλίου 03, 2013

Η παρακμή ως επίσημη λατρεία



Η παρακμή ως επίσημη λατρεία

leivadas-parakmhΗ παρακμή πέρασε το στάδιο της κλιμακτήριου περιπέτειας και αναβαθμίστηκε σε επίσημη λατρεία. Η ελληνική ωρίμανση των τελευταίων τεσσάρων χρόνων αποκάλυψε μια πρωτόφαντη καινοτομία: ο μόνος τρόπος για να προσφέρει ικανοποίηση η ιστορία είναι η αναγωγή του βάσανου σε αισθητικό μοτίφ του παρόντος μιας ολόκληρης κοινωνίας.Μιας κοινωνίας που σπαρταράει μέσα στην υπαρκτική της βλέννα όπως τα χέλια που έχουν μόλις ελευθερωθεί από το αγκίστρι και τινάζονται μέσα στον επιθανάτιο κουβά, τον οποίο ο ψαράς έχει την ικανότητα να γεμίζει καθημερινά με ευκολία.
Τι νατουραλισμός, θα πει κανείς, η μεταφορική χρήση επί μίας καθολικής κατακρήμνισης, τέτοιας μάλιστα σημασίας. Ο νατουραλισμός του προσχήματος όμως, δηλαδή στην πραγματικότητα, η γελοιότητα της πρόκρισης του «έλληνα που είναι χαμένος από χέρι», είναι ο απώτατος νατουραλισμός τον οποίο φαίνεται να μοιράζονται άπαντες(;) εκτός από τους τρελούς. Οι τρελοί, μα ίσως ακόμη και οι μισότρελοι, είναι οι μόνοι που δεν χρειάζεται να εξοπλιστούν με αισθητικά ή ιδεολογικά μέτρα και σταθμά για να αντιμετωπίζουν το παρόν, το μοτίφ, τον εκρηκτικό ετούτο νατουραλισμό των αλληλουχιών όλων των «αντιδράσεων» που ασκούν κριτική στην υπάρχουσα ελληνική κοινωνία, η οποία έχει μεταβληθεί σε άσυλο του εαυτού της.
Λατρεύει ο απονενοημένος άνθρωπος σκυμμένος μπροστά από την ασταμάτητη περιφορά των λειψάνων της γενιάς του. Λατρεύει ακόμη και ο ατζαμής, ή ο «δες, ακόμη κι αυτός πλέον». Λατρεύουν εκείνοι που προτάσσονταν ως οι καλύτεροι μιας εποχής ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που λατρεύουν οι μέχρι πρότινος απόκληροι και αποδυναμωμένοι, που βρήκαν πια τον τρόπο να αποδράσουν από το κοινωνικό χαμαλίκι, προσφέροντας κοινή γονυκλισία.
Γιατί οι λύσεις, κύριοι, είναι δυο, για να αποκάμουμε εντελώς πλάι στο θολό ποτάμι του χρόνου, μέσα στον κουβά. Οφείλουμε με πάσα υπευθυνότητα να ψαρευόμαστε ως είδη που αντιστέκονται δια της αντανακλαστικής αντίδρασης στην έκθεση εκτός υδάτινου περιβάλλοντος, ή, θα ψαρευόμαστε ήδη ψόφια και σε προχωρημένη σήψη, ώστε ο εκείνος ο, πώς να τον ονομάσεις, με το αγκίστρι, να αναγκάζεται να μας επιστρέφει μετά βδελυγμίας στο ποτάμι.
Περί ορέξεως, χελόπιτα. Θυμάμαι πως την έφτιαχνε στον φούρνο ο συνονόματος ο παππούς μου, με κόκκινη σάλτσα και μπόλικο καταπράσινο μάραθο και την σέρβιρε πάντοτε μέσα σε μια γαλάζια παλαιική πιατέλα που είχε στις άκρες ραγίσματα.
Τρικολόρε εκτός γεύσεως, αλλά δημιουργούσε ένα καταπληκτικό, σχεδόν χαρμόσυνο και ελπιδοφόρο μοτίφ, που σαν το παρατηρούσε σιωπηλά όλη η οικογένεια, χανόταν μέσα σε αίολες αλλά ιδιαίτερα αισιόδοξες σκέψεις για το μέλλον. Να σου τρέχουνε τα σάλια. Κι ακόμη δεν είχες φάει μπουκιά.
Όταν το τραπέζι είναι στρωμένο μιλάς με κάποια αυτοπεποίθηση. Όταν λείψει η πιατέλα απ’ το τραπέζι, είναι προτιμότερο να αποχωρήσεις πρώτος. Όταν σπάσει η πιατέλα και ο παππούς έχει πια πεθάνει, ετοιμάσου να λάβεις θέση πλάι στον δρόμο, για να λατρέψεις όλα όσα θα ακτινοβολεί το κυτίο του επιταφίου της γενιάς σου. Μέχρι τα μπούνια.
Οι τρελοί και οι ημίτρελοι σάμπως να μοιάζουν πιο άνετοι, πιο αδιάφοροι, με κάποιον περίεργο τρόπο δείχνουν ακόμη και επιτυχημένοι. Θα φταίει εκείνος ο άκρατος κονστρουκτιβισμός που ανέκαθεν τους χαρακτήριζε. Δεν λαμβάνουν κι όμως κατέχουν. Δίχως να το πάρουμε είδηση, ενόσω προκόβαμε αποτελώντας σημαντικό σταθμό στην ιστορία των συμβολικών αξιών της δημογνωμίας, εκείνοι έκοβαν από τις αυλές μας όλα τα τριαντάφυλλα και τις μαργαρίτες. Τι να πρωτοπεί κανείς για δαύτους, ποιος διάολος ξέρει, την ώρα που καθόμασταν όλοι εμείς στο τραπέζι, με τι καταγίνονταν. 
Γιάννης Λειβαδάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: